Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Τα 5+1 «αγκάθια» της αξιολόγησης



Πυκνώνουν τα μαύρα σύννεφα πάνω από την Αθήνα, όσο πλησιάζει η ώρα της επιστροφής του Κουαρτέτου, παρά το κλίμα αισιοδοξίας που προσπαθεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση.
Είναι, άλλωστε, ενδεικτικό ότι ο Ε. Τσακαλώτος θα έχει σειρά προσωπικών επαφών ως το Eurogroup της 14ης Ιανουαρίου, επιχειρώντας ένα... μασάζ στους «σκληρούς» και αναζητώντας σημεία στήριξης στους «συμμάχους», αφού τα μηνύματα που έρχονται από τα κέντρα αποφάσεων δεν είναι ενθαρρυντικά.
«Αισθάνομαι ότι βαδίζουμε σε μια κατάσταση ανάλογη με αυτή του περασμένου καλοκαιριού», τονίζει υψηλόβαθμο στέλεχος της Κομισιόν στα «Π», μεταφέροντας το κλίμα σκεπτικισμού που πλανάται στις Βρυξέλλες. «Μέρκελ και Ολάντ δεν έχουν πολιτική διάθεση να ασχοληθούν άλλο με την Ελλάδα», συμπληρώνει το ίδιο στέλεχος, τονίζοντας ότι τα πρώτα θέματα στην ατζέντα των Ευρωπαίων ηγετών είναι, πλέον, το προσφυγικό, η διεθνής τρομοκρατία, οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, κάτι που σημαίνει πολύ απλά ότι αν προκύψει πάλι το ελληνικό ζήτημα στην ημερησία διάταξη, θα το αφήσουν να «σκάσει».
Την ίδια άποψη και εκτίμηση συμμερίζονται και αναπαράγουν διεθνή ΜΜΕ, με αναλύσεις που πυκνώνουν όσοι πλησιάζει η 18η Ιανουαρίου, οπότε θα ξεκινήσει η τελική φάση της αξιολόγησης, χωρίς να μπορεί κανείς να προδικάσει το πότε θα ολοκληρωθεί. Με δεδομένα, μάλιστα, τα δύσκολα θέματα που πρέπει να κλείσουν, ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να «τραβήξουν» οι διαβουλεύσεις ως το Πάσχα!
Αναμφίβολα το μεγαλύτερο «αγκάθι» είναι το Ασφαλιστικό. Αν και επισήμως οι δανειστές δεν έχουν ανοίξει ακόμα τα χαρτιά τους, οι πληροφορίες, που επιβεβαιώνουν με... μισή καρδιά και τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, αναφέρουν ότι η άλλη πλευρά έχει αρνητική διάθεση απέναντι σε βασικές παραμέτρους του ελληνικού σχεδίου. Ποιες είναι οι κίτρινες κάρτες, που μπορεί να γίνουν κόκκινες, αν τα νούμερα δεν βγαίνουν, όπως είναι η πρώτη αίσθηση που αποκόμισαν οι δανειστές;
1. Η αύξηση των εργοδοτικών εισφορών, από την οποία η ελληνική πλευρά προσδοκά περίπου 340 εκατ. ευρώ (μαζί με την αύξηση των εισφορών για τους εργαζόμενους), προκαλεί... αλλεργική αντίδραση, ειδικά στους θιασώτες της περαιτέρω μείωσης του μη μισθολογικού κόστους ως μέτρο για την ενίσχυση της «ημιθανούς» ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Αυτό που κάνει ακόμα πιο δύσκολη την αποστολή της κυβέρνησης είναι ότι το μέτωπο των δανειστών επ’ αυτού του θέματος είναι αρραγές, καθώς οι Ευρωπαίοι δεν φαίνονται περισσότερο διαλλακτικοί από το «σκληρό» ΔΝΤ. Σημειωτέον ότι με βάση υπολογισμούς των εργοδοτικών οργανώσεων, η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών θα επιβαρύνει το μισθολογικό κόστος με περίπου 400 εκατ. ευρώ.
2. Οι προτεινόμενοι νέοι συντελεστές αναπλήρωσης παρότι οδηγούν σε μείωση των κύριων συντάξεων για τις επόμενες «φουρνιές» συνταξιούχων, αλλά υπό προϋποθέσεις και όσων έχουν ήδη αποχωρήσει από την αγορά εργασίας, δεν καλύπτουν τις απαιτήσεις των δανειστών. Το Κουαρτέτο επιμένει ότι μόνο με αναπλήρωση στα επίπεδα του 50- 55% (η ελληνική πρόταση κυμαίνεται στο 62- 65%) μπορεί να μειωθεί αποτελεσματικά η συνταξιοδοτική δαπάνη και να καταστεί βιώσιμο το σύστημα μακροπρόθεσμα. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Κομισιόν που... κραδαίνουν απειλητικά οι δανειστές δείχνουν ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 16,2% του ΑΕΠ και με το ισχύον πλαίσιο θα υποχωρήσει στο 14,3% το 2060, παραμένοντας έτσι πολύ υψηλότερη από το μέσο όρο της Ευρωζώνης, που θα βρίσκεται στο 12,3% του ΑΕΠ.
3. Το υπουργείο Οικονομικών επιμένει στη λογική της ενιαίας φορολογικής κλίμακας, επισημαίνοντας- μάλλον ορθά- ότι δεν είναι δυνατόν τα εισοδήματα των φυσικών προσώπων να φορολογούνται με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με την πηγή τους. Η πλευρά των δανειστών είναι κάθετα αντίθετη στο ενδεχόμενο οι ελεύθεροι επαγγελματίες να μπουν στην ίδια κλίμακα με τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους και όπως όλα δείχνουν θα καταβληθεί προσπάθεια από την ελληνική πλευρά να μπουν τουλάχιστον τα εισοδήματα από ενοίκια. Το κακό είναι ότι υπάρχει ρητή μνημονιακή δέσμευση για αύξηση των σημερινών συντελεστών για τα ενοίκια και μάλιστα με απόδοση 200 εκατ. ευρώ (στον Προϋπολογισμό έχουν προβλεφθεί 142 εκατ. ευρώ) και το στοίχημα για το υπουργείο Οικονομικών είναι να πείσει το Κουαρτέτο ότι εντάσσοντας τα εν λόγω εισοδήματα στην κλίμακα όχι μόνο δεν θα έχει απώλειες αλλά θα προκύψουν δημοσιονομικά οφέλη.
4. Αποστολή υψηλού κινδύνου χαρακτηρίζεται η πρόθεση του υπουργείου Οικονομικών να παρακάμψει τη μνημονιακή δέσμευση για ενσωμάτωση της έκτακτης εισφοράς στη νέα φορολογική κλίμακα. Αν και ήταν προφανές από το καλοκαίρι ότι με αυτό τον τρόπο η εισφορά μονιμοποιείται- όπως έγινε με την ενσωμάτωση του ΕΕΤΑ στον ΕΝΦΙΑ- μόλις τώρα το οικονομικό επιτελείο αντιλήφθηκε ότι η εφαρμογή των σχετικών δεσμεύσεων φέρνει αυξήσεις συντελεστών και επιβαρύνσεων, όχι μόνο στους «έχοντες» αλλά και στα χαμηλά εισοδήματα. Στην καλύτερη περίπτωση, η εισφορά θα μείνει ως έχει, αφού η όποια σκέψη για μείωση της προσκρούει στην άλλη δέσμευση του Μνημονίου για μείωση φορολογικών συντελεστών μόνο εφόσον υπάρξουν απτά και μετρήσιμα αποτελέσματα από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
5. «Κόκκινο» πανί αποτελούν για τους δανειστές και οι αγρότες, για τους οποίους έχει ήδη γίνει αύξηση της προκαταβολής φόρου και έπεται συνέχεια. Στο Μνημόνιο υπάρχει ρητή δέσμευση για αύξηση του συντελεστή φορολογίας τους στο 20% (από 13%) και με δεδομένο ότι υπάρχει πρόβλεψη 32 εκατ. ευρώ στο φετινό Προϋπολογισμό, η αύξηση αυτή δεν μπορεί παρά να έχει αναδρομική ισχύ στα περσινά εισοδήματα. Γνωρίζοντας ότι το πολιτικό κόστος είναι βαρύ, μετά από την εκρηκτική αύξηση των εισφορών στον ΟΓΑ και την κατάργηση του χαμηλού ΕΦΚ στο αγροτικό πετρέλαιο, το οικονομικό επιτελείο αναζητά τρόπους να περιορίσει τις απώλειες για τους αγρότες, αναγνωρίζοντας τους περισσότερες εκπιπτόμενες δαπάνες, ωστόσο η πλευρά των δανειστών δεν είναι θετικά διακείμενη.

Τα «κόκκινα» δάνεια ανά περίπτωση
Δύσκολα χαρακτηρίζονται τα πράγματα και όσον αφορά στο θέμα των «κόκκινων» δανείων, που έχουν εξαιρεθεί ως τις 15 Φεβρουαρίου από το νομοθετικό πλαίσιο που δίνει τη δυνατότητα πώλησης σε ξένα funds. Τα καταναλωτικά δάνεια θα πρέπει να θεωρούνται από τώρα χαμένη υπόθεση, ενώ όσον αφορά στα δάνεια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις οι υποθήκες συνδέονται με την κύρια κατοικία. Αν και πρόθεση της κυβέρνησης είναι να αποτραπεί τελείως η δυνατότητα πώλησης της πρώτης κατοικίας, τα μηνύματα που έρχονται απ' έξω δείχνουν ότι αυτό θα καταστεί δυνατό μόνο για όσους υπάγονται στο πλαίσιο προστασίας του επικαιροποιημένου νόμου Κατσέλη.



Fpress

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου