Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Η Ευρώπη υπό πολιορκία;

Πολλοί ευρωπαίοι αισθάνονται πως οι χώρες τους δέχονται επίθεση, καθώς τεράστιοι αριθμοί προσφύγων εισρέουν στα σύνορά τους.

Είτε εκτίθενται στους πρόσφυγες από πρώτο χέρι, είτε απλά βλέπουν τις εικόνες που γεμίζουν τις σελίδες των εφημερίδων, οι ευρωπαίοι γνωρίζουν πολύ καλά τους αριθμούς των απελπισμένων ανθρώπων που προσπαθούν να μπουν στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης με οποιονδήποτε τρόπο. Ωστόσο, αυτή η γνώση δεν έχει μεταφραστεί ακόμη σε μια ενιαία ανταπάντηση.

Οι εντάσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη δείχνουν να επιδεινώνονται, ίσως επειδή το πρόβλημα διαφέρει εξαιρετικά από χώρα σε χώρα. Σε κατά κεφαλήν βάση, η Σουηδία λαμβάνει 15 φορές περισσότερες αιτήσεις ασύλου από το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η επίσημη πολιτική προς τους πρόσφυγες παραμένει η πιο εχθρική. Η Γερμανία έχει γίνει πλέον ο κυρίαρχος προορισμός, υποδεχόμενη σχεδόν το 40% του συνόλου της ΕΕ, ακόμη και σε κατά κεφαλήν βάση, αυτό ξεπερνά αρκετές φορές τον μέσο όρο της ΕΕ.

Φυσικά, υπάρχουν ξεκάθαροι κανόνες για το πώς οριοθετείται η ευθύνη για τους πρόσφυγες, σύμφωνα με τον λεγόμενο Κανονισμό του Δουβλίνου, το πρώτο κράτος-μέλος της ΕΕ του οποίου τα σύνορα περνάει ο πρόσφυγας, είναι υπεύθυνο για το αίτημα ασύλου του ατόμου. Αυτό, ωστόσο, είναι ξεκάθαρα προβληματικό, καθώς τοποθετεί ολόκληρο το βάρος των προσφύγων στις συνοριακές χώρες της ΕΕ. Παρ’ ότι αυτό μπορεί να μην ήταν μεγάλο πρόβλημα τη δεκαετία του 1990, όταν οι χώρες της ΕΕ υποδέχονταν, συνολικά, μόλις 300.000 αιτήσεις ασύλου ετησίως, δεν μπορεί να δουλέψει σε μια χρονιά όταν το αναμενόμενο σύνολο θα είναι το τριπλάσιο αυτού του αριθμού.

Οι μικρότερες συνοριακές χώρες όπως η Ουγγαρία και η Ελλάδα, πολύ απλά δεν έχουν τη δυνατότητα να εγγράψουν και να στεγάσουν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Και οι μεγαλύτερες χώρες, όπως η Ιταλία, έχουν κίνητρο να παραβλέψουν τους μεγάλους αριθμούς που φτάνουν στις ακτές τους γνωρίζοντας πως, εάν δε γίνει τίποτα, αυτοί οι πρόσφυγες πιθανώς θα κατευθυνθούν αλλού (κυρίως στη βόρεια Ευρώπη).

Η Γερμανία, αναγνωρίζοντας πως το σύστημα του Δουβλίνου είναι ανυποστήρικτο, έχει αποφασίσει να διαχειριστεί όλες τις αιτήσεις ασύλου Σύρων, ανεξάρτητα από πού μπήκαν στην ΕΕ. Η απόφαση είχε πιθανώς ως κίνητρο, τουλάχιστον μερικώς, από το πόσο δύσκολο είναι, δεδομένων των ανοικτών εσωτερικών συνόρων της ΕΕ, να καθοριστεί από πού μπήκε ένας πρόσφυγας. Μία απόφαση του 2013 από το Ευρωπαϊκή Δικαστήριο όπου η Γερμανία δεν μπορούσε να επιστρέψει έναν ιρανό πρόσφυγα στην Ελλάδα (όπου ο αιτούμενος βρέθηκε πως «αντιμετώπιζε μεγάλο κίνδυνο να δεχτεί απάνθρωπη ή ταπεινωτική συμπεριφορά») μάλλον ενέτεινε το αίσθημα ευθύνης της Γερμανίας σε αυτό το ζήτημα.

Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη χώρα-μέλος της ΕΕ σε όρους πληθυσμού και ΑΕΠ, έτσι, ως ένα σημείο, είναι λογικό να ηγηθεί. Ωστόσο, η Γερμανία μετρά λιγότερο από το ένα πέμπτο του πληθυσμού της ΕΕ, και λιγότερο από το ένα τέταρτο της οικονομίας. Με άλλα λόγια, ούτε η Γερμανία μπορεί να διαχειριστεί όλους τους πρόσφυγες της Ευρώπης σήμερα.

Πριν από μερικούς μήνες, η Ευρωπαϊκή Κομισιόν επιχείρησε να λύσει αυτό το πρόβλημα με μια γενναία πρόταση, μοιράζοντας τους πρόσφυγες στα κράτη-μέλη σύμφωνα με μια απλή εξίσωση, που θα προσμετρά πληθυσμό και ΑΕΠ. Όμως το σχέδιο απορρίφθηκε, με τα κράτη-μέλη – ιδιαίτερα αυτά με τους λιγότερους πρόσφυγες – να υποστηρίζουν πως αντιπροσωπεύει μιαν απρεπή παρέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα.

Αυτό έχει φέρει την ΕΕ μπροστά στο συνηθισμένο της δίλημμα: όλοι αναγνωρίζουν πως υπάρχει πρόβλημα, όμως η λύση απαιτεί ομοφωνία, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί καθώς κάθε χώρα υπερασπίζεται τα δικά της συμφέροντα. Η μόνη λύση είναι να εξαιρεθούν οι χώρες που είναι κάθετα αντίθετες στο να δεχτούν μετανάστες, τουλάχιστον προσωρινά, και να δημιουργηθεί λύση που θα συμπεριλαμβάνει αυτές που είναι πρόθυμες να μοιραστούν το βάρος. Αυτό μπορεί να μη φαίνεται «δίκαιο», ωστόσο, με όλο και περισσότερους πρόσφυγες να φτάνουν στα σύνορα της Ευρώπης καθημερινά, οι ηγέτες της ΕΕ δεν έχουν το περιθώριο να αναβάλουν τη δράση.

Ωστόσο, υπάρχει μία ακόμη διάσταση στην κρίση που κάνει την αντιμετώπισή της ακόμη πιο περίπλοκη. Οι μετανάστες δεν προέρχονται όλοι από τις εμπόλεμες περιοχές όπως η Συρία, και συνεπώς δεν έχουν, σύμφωνα με τον διεθνή νόμο, δικαίωμα σε άσυλο. Υπάρχουν πολλοί οικονομικοί μετανάστες, για παράδειγμα, από τις φτωχότερες περιοχές των Βαλκανίων, που ελπίζουν να ξεφύγουν από την ανέχεια στις πατρίδες τους και είναι πρόθυμοι να καταχραστούν το σύστημα ασύλου.

Η υποβολή μιας αίτησης, ακόμη και χωρίς ελπίδα αυτή να γίνει αποδεκτή, είναι ελκυστική, καθώς μέχρι να απορριφθεί, ο αιτούμενος λαμβάνει βασική στέγαση, κοινωνικές υπηρεσίες (όπως ιατρική φροντίδα) και χρήματα που μπορεί να ξεπεράσουν τους μισθούς στην πατρίδα του. Το να περάσει μερικούς μήνες στη βόρεια Ευρώπη ενώ εξετάζεται η αίτηση ασύλου είναι πολύ πιο ελκυστική από το να γυρίσει στην πατρίδα του σε μια δουλειά που του αποφέρει ελάχιστα χρήματα, εάν θα έχει καν δουλειά.

Καθώς ο αριθμός αυτών που ψάχνουν άσυλο αυξάνεται, το ίδιο συμβαίνει και στον χρόνο που χρειάζεται για την εξέταση των αιτήσεων, κάνοντας το σύστημα όλο και πιο ελκυστικό για τους οικονομικούς μετανάστες. Και πράγματι, σχεδόν οι μισοί απ’ όσους αιτούνται άσυλο στη Γερμανία προέρχονται από ασφαλείς χώρες, όπως η Σερβία, η Αλβανία ή η Μακεδονία. Καθώς οι λαϊκιστές της Ευρώπης χρησιμοποιούν αυτές τις περιπτώσεις «τουρισμό επιδομάτων» για να προκαλέσουν φόβο και οργή στον ευρωπαϊκό πληθυσμό, η επίτευξη συμφωνίας για τη φιλοξενία των πραγματικών προσφύγων γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Υπό αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ χρειάζεται να ενεργήσει σε δύο μέτωπα. Πρώτον, οι χώρες-μέλη πρέπει να βελτιώσουν επειγόντως τη δυνατότητά τους να διαχειρίζονται τις αιτήσεις ασύλου, ώστε να μπορέσουν να διαπιστώσουν γρήγορα ποιοι χρειάζονται προστασία. Δεύτερον, η ΕΕ πρέπει να βελτιώσει την κατανομή του βάρους – ιδανικά μεταξύ όλων των χωρών, αλλά ίσως μεταξύ μιας μικρότερης ομάδας στην αρχή – της παροχής καταφυγίου σε αυτούς που κερδίζουν άσυλο. Ο διεθνής νόμος – και η βασική ηθική – δεν απαιτεί τίποτα λιγότερο.





freepen

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου