Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Γιατί σβήστηκε η άλωση του 1204, απο την Εθνική μας μνήμη;


Του Γιώργου Καραμπελιά*


 Πώς και γιατί, λοιπόν, σβήστηκε και αποσιωπήθηκε το 1204 από τη συλλογική μνήμη, παρότι αποτέλεσε ένα γεγονός αποφασιστικότερης σημασίας και από αυτή την Άλωση του 1453; Διότι, το 1204, η Κωνσταντινούπολη παρέμενε ακόμα η βασιλίδα των πόλεων σε όλη την Ευρώπη και, ανάμεσα στ’ άλλα, διέθετε ένα ή ίσως και δύο Πανεπιστήμια, ενώ το 1453 ήταν ήδη, στο μεγαλύτερο μέρος της, ένας ακατοίκητος σωρός ένδοξων ερειπίων.


Πώς και γιατί δεν αντιμετωπίζεται από το σύγχρονο ελληνικό κράτος και τους οργανικούς του διανοούμενους ως το γενέθλιο ορόσημο στην ιστορία του νεώτερου ελληνικού έθνους, παρόλο που το επισημαίνουν όλοι οι μεγάλοι ιστο­ρικοί μας, άσχετα από την ιδεολογική τους κατεύθυνση; Αυτή η αποσιώπηση έχει βαθύτατα ελατήρια, διότι η αναγνώριση του «1204» ως της αφετηρίας του νεώτερου ελληνισμού θα λειτουργούσε ως ιδεολογική θρυαλλίδα για το καθεστώς της εξάρτησης και της υποταγής στη Δύ­ση:

Κατ’ αρχάς, διότι θα καταδείκνυε πως οι νεώτεροι Έλληνες συγκρότησαν την ταυτότητά τους σε αντιπαράθεση και με τη δυτική αποικιοκρατία και όχι μόνο με τους Οθωμανούς· αντιπαράθεση η οποία δεν περιορίζεται στη θρησκευτική σύγκρουση, ή την οικονομική –μια μόνιμη απομύζηση ή στρέβλωση που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα–, αλλά υπήρξε και σε μεγάλο βαθμό εδαφική. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως οι Βενετσιάνοι κατείχαν την Κύπρο μέχρι το 1571, την Κρήτη μέχρι το 1667, την Πελοπόννησο, με διαλείμματα, μέχρι το 1715, τα Ιόνια Νησιά μέχρι το 1797, για να τα πάρουν με τη σειρά τους οι Γάλλοι και να τα κρατήσουν οι Άγγλοι μέχρι το 1861. Η Κύπρος, δε, πέρασε από τους Λουζινιάν στους Ενετούς, στη συνέχεια στους Τούρκους και μετά στους Άγγλους μέχρι το 1960, τα δε Δωδεκάνησα θα επιστρα­φούν στην Ελλάδα από τους Ιταλούς μόλις το 1948.

Οι εισβολές και επιδρομές από τη Δύση ήταν αναρίθμητες από το 1071 και δώθε. Σταυροφορίες, Νορμανδοί, 1204, Καταλανοί, Ναΐτες Ιππότες, για να φθάσουμε στους αποκλεισμούς για τον Πατσίφικο, στις αποβάσεις στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την Ιταλική και Γερμανική Κατοχή, τέλος την αγγλική και αμερικανική επέμβαση. Ακόμα και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, η νησιωτική και δυτική Ελλάδα παρέμενε, για τριακόσια ή τετρακόσια χρόνια, μια no man’s land όπου συγκρούονταν Οθωμανοί και Δυτικοί, κυρίως Βενετσιάνοι, για την κατοχή ενός στρατηγικού «ενδιάμεσου χώρου», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εγχώρια οικονομία και τους ελληνικούς πληθυσμούς.

Η αποφασιστική στιγμή της «στροφής» υπήρξε η περίοδος ανάμεσα στο 1071 και τον 14ο αιώνα, την οποία συμβολικά χαρακτηρίζουμε ως «1204», όταν οι Φράγκοι θα απομυζήσουν και θα διαμελίσουν τον βυζαντινό ελληνισμό, για να τον παραδώσουν ανήμπορο στα χέρια των Οθωμανών. Ο ελληνισμός δεν θα μπορέσει ποτέ πια να σταθεί στα πόδια του ως αυτόνομος χώρος, ως συνέχεια της ελληνικής «οικουμένης», και θα επιβιώνει στο εξής ως ένας απλός μεθοριακός χώρος μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Η αποδοχή αυτών των διαπιστώσεων θα έθετε ως αίτημα, προφανώς, την ολοκλήρωση της απο-αποικιοποίησης του ελληνικού χώρου και θα οδηγούσε, με μια δεύτερη λογική συνεπαγωγή, στη διαπίστωση πως η αποικιοκρατία συνεχίζεται με νέες μορφές και παραμένει ζητούμενο η απόσεισή της. Με όλες τις ιδεολογικές, πολιτικές και οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας παρα­δοχής.

Και όμως, η αναγνώριση της σημασίας του 1204, ως αφετηριακού ορόσημου για τη συγκρότηση του νέου ελληνισμού, θα αποκαθιστούσε αδιαμφισβήτητα και την ενότητα της διαχρονίας μας, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, διά μέσου του Βυζαντίου, και η νεώτερη ελληνική ιστορία θα χωριζόταν σε τρεις υποπεριόδους: 1204-1453 / 1453-1821 / 1821- έως σήμερα. Θα κατέρρεε, συνεπώς, το καινοφανές –ίσως στα όρια του αστεϊσμού, αλλά κυρίαρχο στην ύστερη μεταπολίτευση– ιδεολόγημα που θέλει τη συγκρότηση του νεώτερου ελληνισμού να έχει ως αφετηρία τον «Διαφωτισμό» του 18ου αιώνα, δηλαδή να είναι πλήρως προσδεδεμένη και παράγωγη της δυτικοευρωπαϊκής εθνογένεσης, και όχι τον 12ο-13ο αιώνα, ως συνέχεια του Βυζαντίου.

Θα έπρεπε, να αλλάξει κατεύθυνση η σύγχρονη κυρίαρχη ιδεολογία –διανοουμένων και κράτους– και να στραφεί προς τη διερεύνηση της ελληνικής ιδιαιτερότητας, και έχοντας αυτή ως αφετηρία να μελετηθούν οι συνάφειές της τόσο με τη Δύση όσο και με την Ανατολή. Ούτε λίγο ούτε πολύ, θα ζητούσαμε από το ελληνικό κράτος και τους οργανικούς του διανοούμενους να αποσείσουν τουλάχιστον διακοσίων χρόνων τυφλή υποταγή στο δυτικό παράδειγμα!

Ίσως η λήθη της σημασίας του 1204, που χαρακτήριζε την κυρίαρχη ιδεολογία στον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, να ήταν σε ένα βαθμό κατανοητή –δεδομένου ότι η αντιπαράθεση με την Τουρκία κατελάμβανε σχεδόν όλο τον ορίζοντα. Μετά τη μεταπολίτευση, όμως, μεταλλάσσεται σε ασύγγνωστη συστηματική παρασιώπηση, απόκρυψη και διαστρέβλωση της ιστορίας, η οποία θα επεκταθεί, σταδιακώς, από την πρώτη στη… δεύτερη «Άλωση».

Τωόντι, η παλαιότερη «διαφωτιστική» ή φιλοδυτική γενιά διανοουμένων, το παλαιό ελληνικό κράτος, είχαν θέσει ως ορόσημο της γένεσης του νεοελληνικού έθνους το 1453. Έτσι τουλάχιστον διαφύλατταν κάτι από το αντιστασιακό ήθος του, έστω και αν ήταν μονομερές και μονόπλευρο, προς την Τουρκοκρατία και μόνο, αποκρύπτοντας την αποικιοκρατική υπαγωγή τους στη Δύση. Η νεώτερη γενιά των διανοουμένων, όμως, και το θνήσκον ελληνικό κράτος της εποχής της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», τείνει να μεταθέσει τα όρια της γένεσης του ελληνικού έθνους στη μετά το 1821 περίοδο, ως συνέπεια της συγκρότησης του «κράτους» – το έθνος καθίσταται απότοκο της κρατικής υπόστασης και όχι το αντίστροφο. Έτσι, εγκαταλείπεται πλέον κάθε αντιστασιακή διάσταση της συγκρότησης του ελληνικού έθνους, ακόμα και έναντι της τουρκικής «Ανατολής», έστω και αν συνεχίζεται, για παράδειγμα, η κατοχή της Κύπρου. Η παρασιώπηση της δυτικής αποικιοκρατίας και του αντιστασιακού ήθους του νεώτερου ελληνισμού έχει, εν τέλει, ως έσχατη και αναγκαία συνέπεια και την υποτίμηση της οθωμανικής κυριαρχίας.

Είμαστε, λοιπόν, υποχρεωμένοι να αναπλεύσουμε το ρεύμα της ιστορίας: για να αναγνωρίσουμε την ιδιοπροσωπία μας, πρέπει να ανατρέξουμε σε ένα προγενέστερο του 1453 ορόσημο, εκείνο του 1204, έστω και αν επαναλαμβάνουμε απλώς ή ανασύρουμε από τη λήθη αυτά που έχουν τονί­σει οι σημαντικότεροι ιστορικοί μας.

Οκτώ αιώνες μετά το 1204, θέτουμε και πάλι ως προϋπόθεση για την απο-αποικιοποίηση της σκέψης μας –τουλάχιστον αυτής, μια και η αποτίναξη των υλικών δεσμών είναι πολύ πιο δύσκολη– το αίτημα της αναγνώρισης μιας ταυτότητας συγκροτημένης διά της αντιστάσεως.

*Το κείμενο είναι από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού, που κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου